Σύνορα είναι χαρακιές στα σώματα του πλανήτη

Σ

Του Γιάννου Λεβισιάνου-Λαμπρόπουλου
πρώτη δημοσίευση: Ιούνιος 2018, η κιουρί@ τεύχος 0

Ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, που βρίσκει κάποια στη σύγχρονη φεμινιστική βιβλιογραφία, είναι η σύνδεση ζητημάτων φύλου και σεξουαλικότητας με άλλες έννοιες όπως η φυλή, το έθνος, η θρησκεία κ.α. Πράγματι, σε όλα τα προαναφερθέντα πεδία, η κυρίαρχη αφήγηση εκδηλώνεται παράγοντας τις ανάλογες καταπιέσεις. Ειδικότερα σε περιόδους, όπου οι εθνικισμοί οξύνονται και οι εμπόλεμες καταστάσεις είναι πραγματικότητα, τα όρια μεταξύ των εννοιών αυτών είναι ακόμη περισσότερο ρευστά και η διασταύρωσή τους ακόμα έντονη.

Ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι οι πόλεμοι αποτέλεσαν θρυαλλίδα κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, ειδικότερα και στα ζητήματα της ισότητας των φύλων. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις κοινωνικές ανακατατάξεις που αυτός φέρνει, το γυναικείο κίνημα καταφέρνει να καταχωρίσει δικαίωμα ψήφου (πχ το 1918 στη Βρετανία), ενώ οι βιομηχανικές ανάγκες, που δημιούργησε ο πολυετής και ιδιαίτερα σκληρός Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, φέρνουν τις γυναίκες σε κομβικές θέσεις της παραγωγικής διαδικασίας.

Ωστόσο οι εμπόλεμες καταστάσεις δε χαρακτηρίζονται μόνο από τα προοδευτικά βήματα των φεμινιστικών κινημάτων ανά τον κόσμο. Είναι επίσης περίοδοι όπου οι ηθικοί νόμοι και κανόνες καταρρίπτονται και το δίκαιο του ισχυρού κυριαρχεί, με τις γυναίκες, συνήθως, σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες. Δύο ιστορικά παραδείγματα είναι ικανά να μας κατατοπίσουν. Το 1947 η Ινδία ανεξαρτητοποιείται από την Βρετανική Αυτοκρατορία και αμέσως ξεσπά διαμάχη μεταξύ ινδουιστών και μουσουλμάνων, αργότερα πολιτών της Ινδίας και του Πακιστάν αντίστοιχα, στην περιοχή των μετέπειτα συνόρων των δύο χωρών. Πολλές γυναίκες απάγονται και βιάζονται από άνδρες της αντίθετης θρησκείας και, όταν επιστρέφουν στις κοινότητες τους, διώκονται ως ξένα σώματα. Τα σώματά τους γίνονται δηλαδή πεδία στα οποία εγγράφεται ο εθνικισμός της αντίπαλης θρησκείας και εθνότητας και για αυτό το λόγο δεν γίνονται αποδεκτές πίσω, ως ατιμασμένες από τον εχθρό.

Ελάχιστα χρόνια νωρίτερα το 1945, το Βερολίνο απελευθερώνεται και βρίσκεται υπό τη διοίκηση των συμμαχικών στρατευμάτων. Σύμφωνα με μαρτυρίες, που για χρόνια παρέμεναν στη σκιά της Ιστορίας, εκατομμύρια Γερμανίδες βιάστηκαν επανειλημμένα από τους Συμμάχους, για τους οποίους ο βιασμός ήταν πράξη εκδίκησης για όσα υπέστησαν τα έξι χρόνια του πολέμου από τις δυνάμεις του Άξονα.

Τα παραπάνω, τόσο αποτρόπαια όσο κάθε έγκλημα πολέμου, δίνουν μια καθαρή εικόνα της θέασης του ρόλου των γυναικών στον εθνικό κορμό. Η Yuval-Davis, στο βιβλίο της Κοινωνικό Φύλο και Έθνος, βλέπει τις γυναίκες όχι μόνο ως το αναγκαίο εκείνο μέρος για τη βιολογική αναπαραγωγή του έθνους, αλλά και ως βασικό κομμάτι της πολιτισμικής αναπαραγωγής του, μέσω της κατασκευής νοημάτων για την πατρίδα. Με αυτόν τον τρόπο, στα δύο παραπάνω ιστορικά παραδείγματα, οι βιασμοί γίνονται αντιληπτοί όχι μόνο ως πράξεις απέναντι στις γυναίκες αυτές καθ’ αυτές, αλλά και πράξεις κυριαρχίας προς το έθνος που κάθε φορά αυτές αντιπροσωπεύουν.

Ενώ, λοιπόν, οι γυναίκες αναλαμβάνουν το ρόλο τους στην αναπαραγωγή του έθνους, οι άνδρες εγγυώνται την προστασία του. Οι σύγχρονοι στρατοί είναι με τέτοιο τρόπο δομημένοι που, ακόμα κι αν υπάρχουν γυναίκες εντός τους, έχουν πολύ διαφορετικό ρόλο από αυτό τον ανδρών που ηγούνται του στρατεύματος. Συνήθως η παρουσία γυναικών στο στρατό έχει κοινωνικά αίτια. Η ενσωμάτωση των Αμερικανίδων στο στράτευμα, στη μετά Βιετνάμ εποχή, ενισχύει τον εθελοντικό χαρακτήρα του στρατού απέναντι στο μισθοφορικό, εξέλιξη που αποσκοπεί στη νομιμοποίησή του και την αποφυγή μαζικών αντιπολεμικών κινημάτων. Στην περίπτωση του Ισραηλινού στρατού, η παρουσία των γυναικών είναι φιλτραρισμένη από εθνικούς, θρησκευτικούς, αλλά κι από ποιοτικούς λόγους, καθώς απαιτείται μορφωτικό επίπεδο υψηλότερο από εκείνο των ανδρών.

Το κομβικό ζήτημα εν τέλει είναι ο τρόπος με τον οποίο ο πόλεμος γίνεται αντιληπτός και σε μεγάλο βαθμό νομιμοποιείται από την κοινωνία. Η τυπική του θεώρηση, ως κλασσική ανδρική υπόθεση, βασίζεται στο μύθο της προστασίας του ενός έθνους από ξένα ανδρικά σώματα, τα οποία επιδιώκουν την καταστροφή του και μέσω του βιασμού. Οι μαζικοί βιασμοί, όπως αναλύθηκαν και στα παραπάνω παραδείγματα, δεν είναι τυχαία συγκυριακά φαινόμενα του πολέμου, αλλά συστηματική στρατιωτική στρατηγική (Baylis, Smith, Owens 2011). Επιπλέον ολόκληρο το πλαίσιο νομιμοποίησης του πολέμου έχει να κάνει με την προστασία, εκ μέρους των ανδρών, όλων των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, εκτός των άλλων και των γυναικών. Οι γυναίκες συνήθως είναι σε υποστηρικτικό ρόλο ή ακόμα και αφανείς, με τους άνδρες και την αρρενωπότητα πρωταγωνιστές

Τέλος, παρά τη συζήτηση για το κατά πόσο οι γυναίκες έχουν θέση σε ένα καθαρά αρρενωπό μιλιταριστικό περιβάλλον, όπως του στρατού, αλλά και πόσο ο στρατός μπορεί να νομιμοποιείται με την καθολική συμμετοχή των φύλων σε αυτόν, το πιο σπουδαίο σύγχρονο παράδειγμα αντίστασης είναι οι Κούρδισες αντάρτισσες. Αμυνόμενες και υπερασπιζόμενες μόνες τους τις ζωές τους σε συνθήκες πολέμου, αποτελούν έμπνευση. Η δράση τους από τη μία αμφισβητεί τον πατριαρχικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας (και του στρατεύματος) κι από την άλλη αντιμάχεται έμπρακτα τις δυνάμεις εκείνες που προσπαθούν να επιβάλλουν τις εθνικές, θρησκευτικές και έμφυλες αφηγήσεις τους.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Πρόσφατα Κείμενα

Άρχειο

Categories

Μπορείτε να μας βρείτε: