Διεθνικές συριακές οικογένειες και ο πολιτικός–προσφυγικός εαυτός

Δ

των Sophie Richter-Devroe και Veronica Buffon
πρώτη δημοσίευση: Ιούνιος 2019 | η κιουρί@ | τεύχος 1
available in english

Οι οικογένειες των Σύρων έχουν επηρεαστεί βάναυσα απ’ το συνεχιζόμενο πόλεμο. Συγγενείς εγκλωβισμένοι στις πολιορκίες των πόλεων της Συρίας, σε φυγή από την πατρίδα τους προς γειτονικές χώρες, ή διασχίζοντας τη Μεσόγειο για να φτάσουν στις ακτές της Ευρώπης. Εκεί, στην «Ευρώπη Φρούριο», πολλές βρίσκονται σταματημένες, σε ό,τι ήλπιζαν να είναι μόνο χώρες διέλευσης, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία. Στην Ελλάδα και την Ιταλία οι πρόσφυγες συχνά ζουν χωρισμένοι και χωρισμένες από τις διευρυμένες οικογένειές τους. Συνήθως ζουν σε μικρότερες πυρηνικές οικογενειακές μονάδες ή μόνες, ενώ η υπόλοιπη οικογένειά τους βρίσκεται διασκορπισμένη σε όλο τον κόσμο. Κάποιοι πρόσφυγες κάνουν νέες οικογένειες, λίγο πριν εγκαταλείψουν τη Συρία ή στη διάρκεια του ταξιδιού τους, μέσω γάμων ή με την ανάληψη της κηδεμονίας ανηλίκων. Ο πόλεμος της Συρίας και η συνεχιζόμενη προσφυγική κρίση έχει, λοιπόν, προκαλέσει αναμφίβολα ριζικούς μετασχηματισμούς στην οικογένεια, ένα δομικό κοινωνικό και πολιτικό θεσμό του Αραβικού κόσμου((Joseph, Suad (επιμ.). Gender and Citizenship in the Middle East. Syracuse: Syracuse University Press. 2000)).

Ένα ιδιαιτέρως σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες Σύρων προσφύγων κατά τη διαδικασία ασύλου ή/και οικογενειακής επανένωσης είναι η, συχνά λαμβανόμενη ως δεδομένη, υπόθεση του πρόσφυγα–μετανάστη ως ανεξάρτητου και αυτόνομου υποκειμένου. Η φιλελεύθερη αντίληψη δε συγκροτεί απλά τη βάση του κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ του βεστφαλιανού κράτους και των πολιτών, αλλά στηρίζει και το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει το προσφυγικό καθεστώς σε έναν κόσμο που ορίζεται από έθνη–κράτη. Και στις δύο περιπτώσεις ο μεμονωμένος εαυτός του/της πολίτη–πρόσφυγα κατασκευάζεται ως η βασική μονάδα της κοινωνίας. Εντούτοις, για τους/τις πρόσφυγες, η οικογένεια παραμένει ο πυρήνας της κοινωνικής μονάδας μέσω της οποίας βρίσκουν υποστήριξη και ξαναχτίζουν τις ξεριζωμένες ζωές τους.

Σε αυτό το άρθρο, σκοπεύουμε να περιπλέξουμε τη νομικίστικη εστίαση στο «μεμονωμένο εαυτό» του πρόσφυγα–πολίτη στρέφοντας μια πιο προσεκτική ματιά στις βιωμένες εμπειρίες της μετανάστευσης και στις αφηγήσεις Σύρων προσφύγων. Ως εκ τούτου, μας ενδιαφέρει να επερωτήσουμε πώς αντιλήψεις όπως η πυρηνική οικογένεια ή ο/η πρόσφυγας ως ενική, αυτόνομη μονάδα αμφισβητούνται από πρόσφυγες μέσα από την ίδια τη μετανάστευσή τους, το άσυλο και τις πρακτικές επανεγκατάστασης. Πώς οι πρόσφυγες κινητοποιούν και (ξανα)χτίζουν την οικογένεια στις στρατηγικές της μετανάστευσης; Ποια επίσημα και ανεπίσημα δίκτυα χρησιμοποιούν για να διευκολύνουν την κίνηση και τη συμπερίληψή τους στην ΕΕ; Βασισμένη σε μια πολύμηνη και πολυτοπική((ΣτΜ Multi-sited στο πρωτότυπο, εθνογραφική μέθοδος, αναφέρεται στην πολυ-εστιακή/ πολυ- παραδειγματική εθνογραφία.)) εθνογραφική επιτόπια έρευνα στην Αθήνα και τη Ρώμη, κατά την οποία πήραμε συνεντεύξεις από Σύρους πρόσφυγες, θεσμικούς φορείς, φορείς ανάπτυξης και ανθρωπιστικής βοήθειας, αλλά και εξειδικευμένους νομικούς, υποστηρίζουμε ότι υπάρχει ένα μεγάλο κενό μεταξύ του ρυθμιστικού πλαισίου της ΕΕ και στις βιωμένες εμπειρίες της εξαναγκασμένης μετανάστευσης, το οποίο εν πολλοίς οφείλεται στην πολύ διαφορετική κατανόηση της οικογένειας.

Σύροι πρόσφυγες σε Ελλάδα και Ιταλία.

Οι Σύροι σήμερα αποτελούν τον μεγαλύτερο εκτοπισθέντα πληθυσμό παγκοσμίως, με πάνω από 5,6 εκατομμύρια καταγεγραμμένους πρόσφυγες, και πάνω από 6 εκατομμύρια εκτοπισμένους και εκτοπισμένες άνδρες και γυναίκες εντός της Συρίας((Relief Web (2019) https://reliefweb.int)). Στην ΕΕ οι Σύροι αποτελούν περίπου το 25% των αιτούντων για πρώτη φορά άσυλο((EUROSTAT (2016) http://ec.europa.eu)). Η Ιταλία και η Ελλάδα έχουν μακρά παράδοση στην υποδοχή μεταναστών και προσφύγων από τη Μέση Ανατολή. Αλλά από την αρχή του πολέμου στη Συρία, πολλοί και πολλές έχουν φτάσει διασχίζοντας τη Μεσόγειο: το ποσοστό των Σύρων που ήρθαν με τη βοήθεια διακινητών αυξήθηκε από 14.7 % (947 αιτούσες/ντες άσυλο) το 2011 σε 44.7% (18,972) το 2013((Fargues, Philipphe. “Europe Must Take on its Share of the Syrian Refugee Burden, but How?”. Migration Policy Centre Policy Briefs. 2014.)). Η Ευρω-Τουρκική και η Ευρώ-Λιβυκή συμφωνία είχαν σκοπό να αποτρέψουν τους πρόσφυγες να εισέλθουν από τις δύο αυτές χώρες, αλλά, αν και οι αριθμοί αρχικά μειώθηκαν, οι πρόσφυγες συνεχίζουν να καταφθάνουν στα ελληνικά νησιά και τις νότιες ακτές της Ιταλίας.

Η Ελλάδα και η Ιταλία αποτελούν παραδοσιακά χώρες–περάσματα για τους/τις πρόσφυγες. Οι πρόσφυγες μπαίνουν και συχνά αιτούνται άσυλο σε αυτές τις δύο χώρες, αλλά στη συνέχεια ελπίζουν να συνεχίσουν μέσα από μετεγκατάσταση ή οικογενειακή επανένωση. Η κατάσταση άλλαξε μετά τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ το 2003, ο οποίος υποχρεώνει τους πρόσφυγες να αιτηθούν άσυλο στην πρώτη χώρα εισόδου, περιπλέκοντας τη διαδικασία της οικογενειακής επανένωσης. Ενώ στην παρελθούσα πολιτική και νομική ρευστότητα έγινε ανεκτή μια de facto κινητικότητα προσφύγων από την Ελλάδα και την Ιταλία προς την ηπειρωτική Ευρώπη, η επιδείνωση της θεσμικής κρίσης στα κράτη–μέλη της ΕΕ έχει συνεισφέρει στην αύξηση της στασιμότητας και της αναμονής επί της νομικής και υπαρξιακής συνθήκης των προσφύγων.

Επιπρόσθετα, οι επισφαλείς οικονομικές και πολιτικές συνθήκες στις χτυπημένες από την κρίση Ιταλία και Ελλάδα, όπως και η αύξηση των αντιμεταναστευτικών εθνικιστικών πολιτικών—το αμφιλεγόμενο «δόγμα Σαλβίνι» στην Ιταλία, που εξαλείφει την ανθρωπιστική βοήθεια, ή οι πρόσφατες ευρωπαϊκές πολιτικές στην Ελλάδα για την διακοπή της οικονομικής ενίσχυσης των προσφύγων μετά από 6 μήνες—έχουν καταστήσει ακόμη δυσκολότερο για τους/τις πρόσφυγες το σχεδιασμό μιας σταθερής ζωής μαζί με τις οικογένειές τους σε αυτές τις δύο χώρες.

Νομικό Πλαίσιο

Το νομικό πλαίσιο της ΕΕ, που κατασκευάζει τον πολίτη και τον άλλο, την/τον πρόσφυγα, ως μεμονωμένα υποκείμενα, έχει επιβάλει συγκεκριμένες προκλήσεις στις συριακές προσφυγικές οικογένειες.

Η κλασική θεωρία για την πολιτειότητα–ιδιότητα του πολίτη αγνοεί την οικογένεια ως αναλυτική μονάδα και, αντίθετα, υποστηρίζει ότι το κοινωνικό συμβόλαιο ιδρύει μία άμεση σχέση μεταξύ του ατόμου πολίτη και του κράτους μέσω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η δυτική πολιτική θεωρία κατανοεί το νομικό υποκείμενο του Βεστφαλιανού κράτους ως ένα άτομο το οποίο θεωρείται ελεύθερο, αυτόνομο και ανεξάρτητο από το κράτος και από τους άλλους πολίτες. Η οικογένεια και άλλες “υπο-εθνικές” συλλογικότητες πρέπει, λοιπόν, να εξαλειφθούν καθώς οι πολιτικές μονάδες στα νεωτερικά έθνη–κράτη και οι «νεωτερικοί πολίτες» πρέπει να δρουν και να αυτοπροσδιορίζονται ως αυτόνομοι εαυτοί σε άμεση σχέση και υπακοή προς το κράτος, και όχι προς άλλες κοινοτιστικές ή οικογενειακές ομάδες. Τέτοιες αφηγήσεις αρνούνται την κοινωνική προέλευση της ιδιότητας του πολίτη και το γεγονός ότι τα κράτη ενσωμάτωσαν υπο-εθνικές κοινωνικές δομές εξουσίας στην κατασκευή της ιδιότητας του πολίτη((Isin, Engin F. and Bryan S. Turner (επιμ.), Handbook of Citizenship Studies, London: Sage. 2002.)). Αυτή η διαδικασία είναι έντονα έμφυλη. Η ιδιότητα του πολίτη έχει συγκροτηθεί στις χώρες της Μέσης Ανατολής βάσει της πατριαρχικά δομημένης συγγένειας, ιεραρχώντας τους άνδρες ως πατεράδες((Joseph, Suad (επιμ.). Ο.π.)), ενώ στο ευρωπαϊκό πλαίσιο βάσει της πατριαρχικής αδελφότητας, ιεραρχώντας τους άνδρες ως αδερφούς((Pateman, C.. The sexual contract. Stanford, Calif: Stanford University Press. 1988.)).

Το προσφυγικό δίκαιο, ως το αρνητικό άλλο του δικαίου του πολίτη, με παρόμοιο τρόπο, στηρίζεται στην αντίληψη του μεμονωμένου προσφυγικού εαυτού. Η οικογενειακή επανένωση παρέχεται σε στενούς συγγενείς μόνο εφόσον το μέλος έχει αποκτήσει προσφυγικό καθεστώς. Αν και το δίκαιο της ΕΕ λαμβάνει υπόψη την οικογένεια στις μεταναστευτικές πολιτικές του, το σημείο εκκίνησης παραμένει η μεμονωμένη αιτούσα άσυλο. Μόνο μετά την αναγνώριση του ασύλου, το άτομο μπορεί να κάνει αίτηση για οικογενειακή επανένωση, και μόνο για τους στενούς συγγενείς της. Αυτό περιλαμβάνει συχνά μακροχρόνιες γραφειοκρατικές διαδικασίες που απαιτούν την πρόσβαση στα συριακά δημόσια έγγραφα, πράγμα που δεν είναι εύκολα προσβάσιμο για όσες ξέφυγαν από τον πόλεμο (π.χ. έγγραφα ταυτοποίησης και πιστοποιητικά γέννησης). Η οικογένεια—και συγκεκριμένα η διευρυμένη οικογένεια—είναι στην ουσία περιθωριοποιημένη. Για τις/τους πρόσφυγες από τη Συρία αυτό υπονοεί μια νομικίστικη μετάβαση από την διευρυμένη οικογένεια στην πυρηνική, περιορίζοντας τον κοινωνικό ορίζοντα της συγγένειας στο μεμονωμένο υποκείμενο.

Βιωμένες προσφυγικές εμπειρίες

Οι οικογενειακές σχέσεις, ωστόσο, διαδραματίζουν ένα κομβικό ρόλο στις μεταναστευτικές εμπειρίες, τις επιλογές και τις πορείες των Σύρων προσφύγων. Η οικογένεια, σε ένα διεθνικό πλαίσιο((Naber, Nadine, Jureidini, Ray, El Nur, Ibrahim, και Eileen Kuttab, ‘Diasporas, Border Crossings and the Flexible Boundaries of Arab Families’, στο Framings: Rethinking Arab Family Projects, The Arab Families Working Group (επιμ.), (http://www.afwg.info).)), συνιστά μια σημαντική, αν όχι την πιό σημαντική, κοινωνική και πολιτική μονάδα στον αραβικό κόσμο((Joseph, Suad (επιμ.), 2000. Ο.π.)).

Σε μια κριτική της δυτικής πολιτικής θεωρίας, η Joseph επινοεί την έννοια των «σχεσιακών [αντί των αυτόνομων] εαυτών» για να περιγράψει το συγκείμενο στον αραβικό κόσμο. Υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι στη Μέση Ανατολή λειτουργούν με μια προσέγγιση του εαυτού «στην οποία τα όρια του ατόμου είναι σχετικά ρευστά, έτσι, τα άτομα αισθάνονται ότι είναι ένα μέρος των οικείων τους»((Ο.π.)). Η εστίαση τοποθετείται, λοιπόν, στη συγγένεια αντί για τον ατομισμό και την οριοθέτηση, και είναι η θέση του ατόμου στην οικογένεια, η οποία καθορίζει και συγκροτεί την πρόσβαση στην ιδιότητα του πολίτη. Ως τέτοια, τα δικαιώματα, εννοιολογούνται ως σχεσιακά, αντί για συμβατικά. Σε αυτό το πλαίσιο, η πατριαρχία, η «πατρογραμμικότητα» και το δίκαιο εφαρμόζονται μεταξύ των ατόμων, και—στη διασύνδεση τους—ρυθμίζουν την πρόσβαση των γυναικών στην ιδιότητα του πολίτη και της εθνικότητας((Ο.π.)).

Αυτές οι έμφυλες και οικογενειακές δυναμικές υφίστανται, επίσης, και στο πλαίσιο της μετανάστευσης. Όμως, οι περισσότερες έρευνες για τις/τους πρόσφυγες από τη Συρία αγνοούν την οικογένεια ως αναλυτικό σημείο εκκίνησης, και εστιάζουν αντίθετα στα σύνορα και την ασφάλεια((Vaughan-Williams, Nick, Europe’s Border Crisis: Biopolitical Security and Beyond, Oxford, University of Oxford Press. 2015.
Lazaridis, Gabriella. Security, Insecurity and Migration in Europe. London, Routledge. 2012.)), στην ενσωμάτωση((Maronitis, Kostas. Postnationalism and the Challenges to European Integration in Greece: The Transformative Power of Immigration, Basingstoke: Palgrave Macmillan. 2016.
Carrera, Sergio. ‘The EU’s Dialogue on Migration, Mobility and Security with the Southern Mediterranean: Filling the Gaps in the Global Approach to Migration’, CEPS Paper in Liberty and Security in Europe, CEPS, Brussels. 2011..)), ή στη συμμόρφωση των μελών της ΕΕ με το Διεθνές Δίκαιο Ασύλου και στην ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική((Zaun, Natascha, EU Asylum Policies: The Power of Strong Regulating States, Palgrave Macmillan. 2017)).

Όταν οι πολιτικές οικογενειακής επανένωσης μελετώνται((Ruffer, Galya Benarieh. “Pushed Beyond Recognition? The Liberality of Family Reunification Policies in the EU” Journal of Ethnic and Migration Studies, τόμος 37, τεύχος 6. 2011.)), κυριαρχεί μια νομικίστικη προσέγγιση, που ενσαρκώνει τη φιλελεύθερη σκέψη του οριοθετημένου αυτόνομου ατόμου. Με λίγες εξαιρέσεις((π.χ. Rabo, Annika, ‘Syrian transnational families and family law’, στο Shaheen Sardar Ali, Anne Griffiths (επιμ.). From Transnational Relations to Transnational Laws: Northern European Laws at the Crossroads, (London: Routledge). 2016.)), η ακμάζουσα βιβλιογραφία στο φύλο και τη μετανάστευση, που δίνει έμφαση όχι μόνο στο γεγονός ότι οι άνδρες και οι γυναίκες έχουν συχνά πολύ διαφορετικές εμπειρίες μετανάστευσης, αλλά ότι η οικογένεια ως διεθνική μορφή παραμένει μία σημαντική―εντούτοις ιεραρχική και ταξική―κοινωνική και πολιτική μονάδα κατά τη μετανάστευση((Fossan, Kirsten. Inclusion and Exclusion of Young Adult Migrants in Europe: Barriers and Bridges, London: Routledge. 2016.)). Αυτό που μείνει, λοιπόν, είναι να εφαρμοστούν τα παραπάνω στη συριακή προσφυγική κρίση. Μια τέτοια αντίληψη ίσως, έτσι, επιτρέψει μια βαθύτερη κατανόηση του γιατί και του πώς τα οικογενειακά δίκτυα είναι κρίσιμα για τις/τους Σύρους πρόσφυγες. Η επιτόπια έρευνα μας έδειξε καθαρά ότι οι συγγενικοί δεσμοί καθορίζουν όχι μόνο τις διαδρομές της μετανάστευσης των προσφύγων και τις στρατηγικές αντιμετώπισης των προβλημάτων, αλλά ότι οι πρόσφυγες χρησιμοποιούν στρατηγικές βασισμένες στη συγγένεια και στις πρακτικές δημιουργίας οικογένειας για τους ελιγμούς τους μέσα στις ευρωπαϊκές νομικές απαιτήσεις.

Τα συγγενικά δίκτυα λειτουργούν ως διεθνικά συστήματα υποστήριξης προσφέροντας σημαντικές στρατηγικές αντιμετώπισης προβλημάτων για τους Σύρους πρόσφυγες. Οι περισσότεροι πρόσφυγες, με τους οποίους μιλήσαμε, αποφάσισαν για το που, το πότε και το πως θα μεταναστεύσουν βασιζόμενοι στις εμπειρίες ή την παρουσία των συγγενών τους σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες. Ενημερώθηκαν από συγγενείς τους για το που να καταθέσουν αίτηση για άσυλο, με ποιους δικηγόρους να επικοινωνήσουν, ή το πως να φτάσουν στη Γερμανία, όταν έκλεισαν τα σύνορα, κλπ. Τα άτυπα συγγενικά δίκτυα, αντί των επίσημων καναλιών που λειτουργούν κάτω από διεθνείς οργανισμούς, ΜκΟ ή κράτη, είναι αυτά που επηρεάζουν τις μεταναστευτικές διαδρομές.

Οι πρόσφυγες χρησιμοποιούν οικογενειακές στρατηγικές για να πλοηγηθούν εντός του νομικού συστήματος της ΕΕ. Τα δεδομένα μας δείχνουν ότι οι Σύροι πρόσφυγες όντως σταθμίζουν το πότε και το που θα κάνουν οικογένεια για να διασφαλίσουν δικαιώματα παραμονής και μετεγκατάστασης. Η οικογενειακή επανένωση χορηγείται μόνο στους στενούς συγγενείς της πυρηνικής οικογένειας. Οι συζυγικοί δεσμοί με ένα ένα πρόσφυγα στον οποίο έχει χορηγηθεί άσυλο ή ιθαγένεια μιας χώρας που αποτελεί επιθυμητό προορισμό (συχνά η Γερμανία, οι Σκανδιναβικές χώρες ή το Ηνωμένο Βασίλειο), κατ’ αυτό τον τρόπο μπορούν να διευκολύνουν την οικογενειακή επανένωση. Μιλήσαμε με πρόσφυγες που βρίσκονταν στη διαδικασία της διασφάλισης της επανεγκατάστασής τους μέσω προσφάτως συναφθέντων γάμων ή που βρίσκονταν στη διαδικασία καταγραφής των γάμων τους. Η αντίθετη περίπτωση―η μετάθεση ενός γάμου για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων παραμονής―ήταν κάτι που επίσης συναντήσαμε. Μια μόνη μητέρα πρόσφυγας μας είπε ότι διασφάλισε την μετεγκατάσταση της κόρης της στην Ιταλία, ζητώντας της να «αναβάλει» το γάμο της. Ενώ βρίσκονταν ακόμη σε προσφυγικό καταυλισμό στη Βυρητό, έπεισε την κόρη της να αναστείλει τα σχέδια γάμου, ουτώς ώστε μητέρα και κόρη να συνεχίσουν να ανήκουν στην ίδια οικογενειακή μονάδα, μέχρι να μετακομίσουν μαζί στην Ιταλία. Η θεσμική και νομική πλευρά των συζυγικών δεσμών και οι σχέσεις τους με τα δικαιώματα παραμονής, του ασύλου και της οικογενειακής επανένωσης απέκτησαν κεντρική θέση στις περισσότερες αφηγήσεις των προσφύγων.

Παρομοίως, γονεϊκές σχέσεις μπορούν να διασφαλίσουν την οικογενειακή επανένωση και τα δικαιώματα παραμονής. Αν μία/ένας ασυνόδευτη/ος ανήλικη/ος καταφέρει να φτάσει στην καρδιά της Ευρώπης, συνήθως μπορεί να φέρει τους γονείς της/του μέσω της διαδικασίας της οικογενειακής επανένωσης. Το ίδιο ισχύει και για αιτούντες και αιτούσες άσυλο με νεογέννητα παιδιά. Για κάποιους πρόσφυγες με τους οποίους μιλήσαμε η γέννηση του παιδιού τους στη Γερμανία βελτίωσε τις πιθανότητές τους να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους αναφορικά με την παραμονή και το άσυλο, ως κηδεμόνες του μωρού. Έτσι, οι πρόσφυγες επιστρατεύουν έννοιες και πρακτικές της «οικογένειας» στις μεταναστευτικές στρατηγικές τους. Όταν, και αν είναι δυνατό, προγραμματίζουν προσεκτικά το πότε και το πού θα παντρευτούν, ποιον να «στείλουν» στη χώρα του επιθυμητού προορισμού για να καταθέσει την πρώτη αίτηση ασύλου, το αν θα αναλάβουν τη νομική κηδεμονία ανηλίκων ή και το πότε και πού θα κάνουν παιδί. Δεδομένου ότι τα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης έχουν ρόλο κλειδί στις αιτήσεις ασύλου, δεν προξενεί έκπληξη ότι οι πρόσφυγες αναγκάζονται να προγραμματίσουν την προσωπική ζωή τους εντός και ενώπιον του νομικού πλαισίου της ΕΕ.

Συμπέρασμα

Η καλύτερη εθνογραφικά τεκμηριωμένη κατανόηση των άτυπων μηχανισμών, πρακτικών και γνώσεων, τις οποίες οι πρόσφυγες επιστρατεύουν και στηρίζουν για τις μεταναστευτικές πορείες τους μπορεί να προσφέρει σημαντική πληροφορία για τη χάραξη πολιτικών και την αναπτυξιακή πρακτική. H διείσδυση στα ισχυρά και ήδη υπάρχοντα άτυπα προσφυγικά δίκτυα στην Ευρώπη―τα οποία, όπως ελπίζουμε να έχουμε δείξει, συχνά επαφίενται στους οικογενειακούς δεσμούς―είναι σημαντικό όχι μόνο να συνεισφέρουμε με υποστήριξη και συνέργειες αλλά επίσης να μπορέσουμε να αντιληφθούμε και να προσαρμοστούμε καλύτερα στις πραγματικές και βιωμένες εμπειρίες της εξαναγκαστικής μετανάστευσης και της αναζήτησης ασύλου. Αυτό προϋποθέτει την υιοθέτηση μιας κριτικής στάσης απέναντι στην αντίληψη που συχνά λαμβάνεται ως δεδομένη, αναφορικά με τους/τις πρόσφυγες ως ενικές αυτόνομες δρώσες οντότητες και αντίθετα να υπογραμμίσουμε το σημαντικό ρόλο που η οικογένεια διαδραματίζει στις ζωές των προσφύγων. Πιο συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στην ανάγκη για μια βαθύτερη και πολιτισμικά ευαίσθητη κατανόηση των διαφορετικών διαστάσεων της Αραβικής οικογένειας ως κοινωνικού πυρήνα και ως πολιτικής και οικονομικής μονάδας. Αναμφίβολα, δεν προκρίνουμε μία χωρίς αναστοχασμό εξύμνηση της οικογένειας, ως μιας χωρίς τριβές και αρμονικής ένωσης απαλλαγμένης από εξουσιαστικές δομές. Ωστόσο, εκτιμούμε ότι σε συγκεκριμένο πλαίσιο, όπως αυτό της ζωής των προσφύγων από τη Συρία, η σημασία της δε μπορεί να παραγνωριστεί.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Πρόσφατα Κείμενα

Άρχειο

Categories

Μπορείτε να μας βρείτε: